Η ΠΟΙΗΣΗ της ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΤΣΑΚΟΥΡΙΔΟΥ

του Θωμά Στραβέλη

συγγραφέα – πανεπιστημιακού

«Κάμε τις φλόγες που σε καίνε, κάμε τις φως κι ύστερα φύσηξε, σβήσε το φως», Νίκος Καζαντζάκης.

Όλα τα ποιήματα στο έργο τής Βαρβάρας Τσακουρίδου είναι παραλλαγές πάνω σε θέματα ζωής, αγάπης, ομορφιάς και φωτός.

Ο ποιητικός της κόσμος λούζεται στο φως, κι όταν ανοίγουνε τα χείλη της, φως βγάζει η ψυχή της.

Η ποίηση τής Βαρβάρας Τσακουρίδου αποκαλύπτει ένα ακόρεστο πνεύμα, διψασμένο, ακάματο, ερευνητικό, περίπαθο στην ουσία του.

Στη φωτισμένη περιοχή τής ποίησής της, η ποιήτρια προχωρά, ρίχνοντας την εσθήτα τής χαράς πάνω της και, καθώς οι λέξεις αναβρύζουν και ξεχύνονται και μπερδεύονται με το φως, αυτή μεταμορφώνεται σε «ένα μέρος φωνή, τέσσερα φως κι αγάπη και νερό».

Θυμάμαι με συγκίνηση ένα ποίημά της, που μου διάβασε από το τηλέφωνο, ένα πρωινό.

Μιλούσε για μια βάρκα, που η ποιήτρια έβλεπε από μακριά και ονειρευόταν, να μπει μέσα να φύγει από τον κόσμο τής θλίψης και του πόνου.

Να καταφύγει, με τη βοήθεια τής φαντασίας, στον ιδεατό κόσμο τού ωραίου – εκείνου του ωραίου -, που με τόση αγνότητα εκφράζει με τους στίχους της.

Η ομορφιά είναι αιώνια, η βαρκούλα, όμως, απομακρύνεται και το όνειρο σβήνει.

Αλλά μένει η αγάπη, που λειτουργεί ως προωθητική δύναμη, που πέφτει πάνω μας σαν χορός, σαν ρυθμός, σαν μεγάλη δόξα και τιμή στο δρόμο μας…

Σ’ όλες τις εκδηλώσεις τής αιώνιας ομορφιάς, η ποιήτρια ανακαλύπτει μια πηγή θλίψης, είτε μέσα στις φευγαλέες εικόνες, είτε μέσα στη χαρά, που φεύγει κι αυτή σαν τη βαρκούλα, τη στιγμή ακριβώς που πιστεύουμε ότι την κρατούμε στα χέρια μας.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σ’ εκείνον που, άγρυπνος, δοκιμάζει πάντοτε όλες τις οδύνες.

Αυτό δοκιμάζει κι εκείνος, που έχει ερωτευθεί με βίαιο πάθος το ωραίο, και δεν μπορεί ποτέ να το φτάσει.

Το πνεύμα, όμως, της ποιήτριας προσεγγίζει, με τη βάρκα τής φαντασίας, ηρεμότερες ακτές, όπου συναντά την εποχή τής λιακάδας και της αφθονίας των καρπών.

Και τότε η ποιήτρια ανακαλύπτει ότι η ομορφιά δεν είναι πράγματι εφήμερη και ότι, αφού τη δεχτεί ο άνθρωπος, καρποφορεί ως ανάμνηση, παραμένοντας μέσα του για πάντα.

Διαβάζοντας τις επαναλαμβανόμενα συμπαθητικές αναφορές στην ποίησή της, μένεις, στο τέλος, με τη σκέψη πως από κάποιον άλλο, ίσως μεταφυσικό χώρο τού σύμπαντος και από εκεί, από κάποια άποψη διαφορετική απ’ όσες γνωρίζει ο άνθρωπος, τα πράγματα μπορούν να αντιστραφούν, πως μπορεί να υπάρχει κάποια άλλη μορφή «πραγματικότητας» μέσα στο χώρο ή στο χρόνο ή μέσα στη συνείδηση, όπως την αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος.

Ως μια μεταφορά τής πραγματικότητας, ο κόσμος μπορεί να είναι μια και μόνη σταγόνα νερό στον ωκεανό τής απεραντοσύνης, στην οποία συνωθούνται δισεκατομμύρια ένοικοι.

Στους στίχους τής ποιήτριας, ανακαλύπτουμε τη θερμότητα του αισθήματος, τις εκκλήσεις της στο πνεύμα, πέρα από τις φυσικές εκδηλώσεις, που οδηγούν σε μια θλιβερή ενατένιση της φθοράς.

Ελπίδα, απελπισία, έρωτας και ομορφιά, γλυκό παιχνίδισμα κι αλήθεια, είναι τα πέντε μονοπάτια, που η ποιήτρια αντιπερνάει, ανοίγοντας καινούργιους ορίζοντες και γράφοντας στίχους με τη φλογερή εκείνη πίστη για κάθε μορφή ωραίου, ικανή να επιβιώσει και μετά τον άνθρωπο.

Η ποιήτρια επιλέγει την κάθε λέξη με τη μεγαλύτερη σιγουριά, και η παλλόμενη ευαισθησία, με την οποία συνθέτει τις εικόνες της, κρατύνεται από μια ισχυρή πνοή, δημιουργώντας απαράμιλλο κάλλος.

Η Βαρβάρα Τσακουρίδου, όταν γράφει, έχει μια διεισδυτική όραση.

Πηγαίνοντας πέρα από τη συμβατική έκφραση ή το καλό γούστο, συγκεντρώνοντας την προσοχή της στα πράγματα και όχι στους ρυθμούς ή στη σύνθεση, έχει δημιουργήσει ένα δικό της εσωτερικό ύφος, ένα μη ύφος, που είναι ο άνθρωπος.

Όμως, η ποιήτρια Βαρβάρα Τσακουρίδου αγαπά και τις ατομικές λέξεις, σαν να ήταν φτιαγμένες από σάρκα, και τις θωπεύει με τον γυναικείο της ερωτισμό.

Σ’ όλες τις ποιητικές συλλογές της, εκδηλώνεται πλήρως η ποιητική της φυσιογνωμία. Η ποίησή της χαρακτηρίζεται, όπως ήδη αναφέραμε, από την αγάπη της για το κάλλος και το φως, που το ταυτίζει ολοκληρωτικά με την Αλήθεια και τη Σιωπή.

“Μου αρέσει να συνομιλώ με τη σιωπή (…), να νιώθω την ψυχή σου, ατάραχη βαρκούλα ταξιδιάρα (…), να οραματίζομαι το ατελεύτητο ταξίδι γνώσης και, στη νηνεμία τής αυτογνωσίας, να λέω: Κελάηδημα η ζωή κι ο θάνατος, και το πουλί ‘ ναι ο νους μας”.

Τέλος, θά ’θελα να τονίσω ότι η Βαρβάρα Τσακουρίδου μού δίνει την εντύπωση ότι κοιτάζει με τρόμο εκείνη τη μικρή κηλίδα, που γίνεται μια πληγή από τη σφαίρα στο κορμί ή στην καρδιά ενός νεαρού στρατιώτη.

Γιατί πιστεύει πως το τέλειο θαύμα, θα το βρεις μονάχα μες στον άνθρωπο και σ’ αυτή τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ομορφιά τής φύσης και στην έμφυτη ανθρώπινη καλοσύνη, από τη μια, και στην απανθρωπιά τού ανθρώπου, απ’ την άλλη – ένα πεδίο μάχης, που την κινεί τόσο ως ποιήτρια όσο και ως ηθική ύπαρξη.

Γιατί στο κέντρο όλων των ποιημάτων, στέκεται η ίδια η ποιήτρια, μια αληθινή ανθρώπινη παρουσία, η ψυχή ή το πνεύμα, που δεν έχει ξεχωριστή πραγματικότητα από το σώμα, αλλά είναι μάλλον μια περισσότερο εκλεπτυσμένη άποψη της σάρκας – η φλόγα ενός αναμμένου κεριού, που μπορεί, σε μια αιώνια στιγμή, να αποσκιρτήσει ασώματη στον αέρα – μια φλογίτσα, από την οποία η ποιήτρια αποσπά τον τελικό της καρπό, το φως!