ΟΙ ΡΙΝΟΚΕΡΟΙ


«Αχ πατρίδα τιμημένη

κι από ξένους

(σ.σ. κι από ντόπιους)

γαμημένη»

 

Κ. Μαρδά

«Αθήνα με Θολό Ποτάμι.»

Η εικόνα χάθηκε, ξαφνικά, από τον δέκτη της τηλεόρασης. Ένα μαύρο σεντόνι απλώθηκε στην οθόνη και σιωπή. Σε λίγο, άγρια ποδοβολητά και μουγκανητά άρχισαν ν’ ακούγονται στο βάθος του άδειου «κουτιού». Όταν ξαναήρθε η εικόνα στο γυαλί, τρεις Ρινόκεροι κάθονταν, μπροστά σε αραδιασμένα μικρόφωνα, σε ένα μακρόστενο τραπέζι, στα πλατό των ειδήσεων όλων των τηλεοπτικών σταθμών της Ξενοχώρας.

Με ακατάληπτη γλώσσα, ο μεσαίος Ρινόκερος μουγκάνιζε, «διαβάζοντας» από ένα χαρτί που είχε μπροστά του. Αρκετά συχνά, σήκωνε, επιτιμητικά ή απειλητικά, την οπλή του μαλλιαρού δεξιού του άνω άκρου, κοιτώντας, με δυσοίωνο βλέμμα τους υποτελείς ή υποτιθέμενους υποτελείς — η μετάφραση στη γλώσσα των κωφαλάλων δεν ήταν σαφής — τηλεθεατές τους. Ναι, ήταν δικοί τους! Αυτοί τους είχαν επιλέξει.

Στην αρχή, και οι τρεις Ρινόκεροι μαζί, σε χορωδιακό μουγκανητό, είπαν: «Γι’ αυτούς… ο καπνός της θυσίας/και για μας της φήμης ο καπνός, /αμήν».

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος:

«Πουλήστε τις Δ.Ε.Κ.Ο. σας. Πουλήστε τη Δημόσια περιουσία σας..»

Και κρατώντας το ίσο, ο ντόπιος σφουγγοκωλάριος, που ήδη το καρούμπαλο του ρινοκέρατου άρχιζε να φουσκώνει στο κούτελο του κενού του κρανίου, μουρμούρισε:

«Έτσι κι αλλιώς είναι αναξιοποίητη. Δεν ξέρουμε καν που βρίσκεται, ούτε και πόση είναι. Και την έχουμε αφήσει να καταπατηθεί, αδιαφορώντας».

Και σε ήχο πλάγιο ο σφουγγοκωλάριος με το ρινοκέρατο:

«Ναι, οι περισσότερες είναι ζημιογόνες. Και η κακοδιαχείριση και η διαπλοκή και η διαφθορά ζουν και βασιλεύουν εκεί μέσα».

Και αναρωτήθηκε ΕΚΕΙΝΟΣ:

«Και δεν φταίει κανείς σας γι’ αυτό; Κανείς δεν θα πληρώσει το φαγοπότι των κομματαρχών και των διορισμένων τους «κοπριτών» κατά Πάγκαλον, που ”τα έφαγαν μαζί;”».

Κι απάντηση δεν πήρε από τις εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές.

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος, με συγκατάβαση:

«Εν τάξει, μην πουλήσετε την Ακρόπολη. Κρατείστε και τ’ αγάλματα των θεών και θεαινών σας. Του Απόλλωνα και της Αθηνάς και…» Είχε κλασική μόρφωση (!) ο βάρβαρος Ευρωπαίος Ρινόκερος.

Και αναρωτήθηκε ΕΚΕΙΝΟΣ:

Το άγαλμα του Απόλλωνα! Που μας παίζει τη χαυνωτική του τη λύρα και ξεχνάμε τα βάσανα, που οι ίδιοι φορτωθήκαμε, όταν, αφού φάγαμε τα ιερά βόδια του Ήλιου, σαν βόδια, «ξαπλώσαμε στης γης την πλάτη ανίδεοι και χορτάτοι», όπως λέει ο Σεφέρης;

Το άγαλμα της Αθηνάς! Που φωτίζει τη απαιδευσιά μας, στημένο έξω από το (Π)ανεπιστήμιό μας: «… φυτώριον αγραμμάτων. Κλίβανος προς εκκόλαψιν ορνιθίων. … Ουδεμίαν έχει η πολιτεία υποχρέωσιν ν’ απολύη ανά παν έτος κατά της κοινωνίας αγέλην ανορθρογράφων θεσιθήρων» που λέει κι ο Ροΐδης;

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος:

 «Εν τάξει, μην πουλάτε το Άγιον Όρος σας. Κρατείστε και τον Όλυμπό σας και την Γκιώνα σας. Ακόμη και τις ραχούλες σας, Μην πουλάτε τις ραχούλες σας».

Και σκέφτηκε ΕΚΕΙΝΟΣ:

«Ο μοναχός Εφραίμ, το έχει ξεπουλήσει μοναχός του, ταις πρεσβείαις των (συν)αδελφών του Δουκός της Βιστωνίδος, και των άλλων «αγίων», κατά το πόρισμα της τότε  εξεταστικής.

Και, πια, δεν «βρόντα ο Όλυμπος», ούτε κι «αστράφτει η Γκιώνα»,

για τη «χιλιάκριβη τη Λευτεριά».

Και οι ραχούλες,  «Πάνω σε ψηλή ραχούλα/κάθεται μια βλαχοπούλα», γεμίσανε βιλάρες.

Και το κλαρίνο σώπασε, κι ακούγεται μονάχα η κλανιά της εξάτμισης των Porsche, των Ferrari και των Hummer των μεγαλοκηφήνων.

Και συνέχισε ο μεσαίος Ρινόκερος, πονηρά:

«Και τα νησιά σας. Δεν σας ζητάμε να πουλήσετε τα νησιά σας. Ίσως, μόνο, μερικές ακατοίκητες βραχονησίδες… που τις γδέρνει το κύμα και μερικά αγριοκάτσικα».

Και θύμωσε τότε ΕΚΕΙΝΟΣ:

«Ακατοίκητοι κενόκρανοι. Η «Κυρά της Ρο», η Ελληνίδα μάνα, περήφανα σηκώνει, κάθε μέρα, τη σημαία της ελληνικής Πατρίδας, σε αυτές τις βραχονησίδες. Μα τι νιώθετε εσείς, οι βραχοκέφαλοι ρινόκεροι, από περηφάνια και Πατρίδα. Το παγκόσμιο χωριό που δημιουργήσατε, παγκοσμιοποιημένοι χωριάτες, δεν έχει στο λεξικό του τέτοιες λέξεις:

Πατρίδα, Έθνος, Αξιοπρέπεια, Φιλότιμο, Ανθρωπιά.

Στον ρυθμό του Δολαρίου, της Λίρας, του Ευρώ, του Γιεν, χτυπάει η χρηματισμένη σας καρδιά. Με χρήμα, μόνο με χρήμα, είναι παραγεμισμένο το άδειο σας κεφάλι. Χορτασμένοι, κορεσμένοι, κοκορόμυαλοι αυθαδιάζετε.  

Γιατί «Αυθάδεια γεννά η χόρταση, όταν πολλά πέσουν πλούτη, σε ανθρώπους που δεν έχουνε το νου τους μετρημένον: τίκτει γαρ κόρος ύβριν, όταν πολύς όλβος έπηται ανθρώποισιν όσοις μη νόος άρτιος η.» όπως φωνάζει ο Σόλων.

«Ας μη σας λείψει ο πλούτος, Εφέσιοι, για να βεβαιώνεται η κακότητά σας: Μη επιλίποι υμάς πλούτος, Εφέσιοι, ίν’ εξελέγχοισθε πονηρευόμενοι.»! Χλευάζει, ο Ηράκλειτος.

Και σε ήχο πλάγιο κανοναρχεί ο Σοφοκλής: «Δεν φύτρωσε χειρότερο κανένα κακό στον κόσμο από το χρήμα. Αυτό γκρεμίζει πόλεις. Μαθαίνει τον άνθρωπο να γίνει κάλπης… και να κάνει κάθε βρομιά: Ουδέν γαρ ανθρώποισιν οίο άργυρος κακόν νόμισμ’ έβλαστε. Τούτο και πόλεις πορθεί, … πανουργίας δ’ έδειξεν ανθρώποις έχειν… και παντός έργου δυσέβειαν ειδέναι.»

Και συμπληρώνει ο Ηρόδοτος:

«Με την αρετή η Ελλάς, και τη φτώχεια και τη σκλαβιά αντιμάχεται: Αρετή διαχρωμένη η Ελλάς, την τε πενίην απαμύνεται και την δεσποσύνην.»

Οι κάτοικοι της Ξενοχώρας είχαν μείνει άναυδοι. Στα δελτία ειδήσεων οι σχολιαστές σχολίαζαν πως ήταν ανεπίτρεπτο, έως προσβλητικό, έως προκλητικό, τρία παχύδερμα να δίνουν συνέντευξη για την τύχη της χώρας, ενώ αυτό θα έπρεπε να γίνει από κυβερνητικά, λέει, παχύδερμα.

Διάφοροι αναλυτές, πιο πραγματιστές, διατύπωναν την άποψη (οι απόψεις είναι σαν τις κωλοτρυπίδες. Καθένας έχει κι από μία), πως αφού χρωστάμε, θα πρέπει να αξιοποιηθούμε. Απέφευγαν τη λέξη ξεπουληθούμε όπως ο ρινόκερος το λιβάνι , θεωρώντας το «ξεπουληθούμε» και ως μη «πολιτικώς ορθό».

Στα σπίτια, στα καφενεία, στους δρόμους, στις πλατείες όλης της Ξενοχώρας, ακούγονταν ποδοβολητά και βρυχηθμοί. Οι ρινόκεροι πλήθαιναν και ξεχύνονταν στους δρόμους μανιασμένοι.

Κάποιοι «νουνεχείς», ψύχραιμοι και ρεαλιστές, έλεγαν:

«Μη φοβάστε. Δεν θα σας ορμήσουν. Αν σκύψετε, δεν θα σας πειράξουν. Μια αβλαβή διέλευση από την υφαλοτρυπίδα σας θα επιχειρήσουν».

Αυτοί ήταν εθισμένοι στο ψυχραίμως κωλοπροβάλλειν.

Κάποιοι άλλοι, επίσης πραγματιστές καθησύχαζαν τον κόσμο: «Τι σημασία έχει ένα ”όνομα”, Σε δέκα χρόνια θα έχει ξεχαστεί!»

          Αυτοί ήταν οι ανοϊκοί της ιστορίας. Οι «πολιτικώς ορθοί», ορθοτομούντες τον λόγον της εαυτών ανοησίας, εν ονόματι της πολυπολιτισμικότητας και του πλουραλισμού.

          Άλλοι, σίγουροι για τον εαυτό τους, με δόση κυνικής μοιρολατρίας, έλεγαν:

«Χωνέψτε το, πάρτε το απόφαση. Μην το παίρνετε κατάκαρδα. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Εμείς τους καλέσαμε. Η σωτηρία της Πατρίδας είναι μονόδρομος».

          Ήταν οι πατριδέμποροι, που έσκουζαν για να φοβηθούν οι πατριώτες.

         

Κάποιοι από τους Ανθρώπους διαμαρτυρήθηκαν. Πέταξαν προκηρύξεις. Γιουχάισαν τον αδηφάγο εξουσιαστή.  

«Και τώρα εις προστασίαν μας

τα χέρια σας απλώνετε!

Τραβήξετέ τα οπίσω

 βλέπει ο Θεός και αστράπτει

δια τους πανούργους. …

 

Της θαλάσσης καλήτερα

Φουσκωμένα τα κύματα

να πνίξουν την πατρίδα μου

ωσάν απελπισμένην

έρημον βάρκαν

Παρά προστάτας να έχωμεν.»

(Ανδρέας Κάλβος)

Μα οι σώφρονες, με το καρούμπαλο στο κούτελο, είπαν:

«Είσθε υπερβολικοί. Και δεν έχετε το δικαίωμα να μπερδεύεστε στα πόδια της εξουσίας. Αφήστε την να κάνει τη δουλειά της. Είναι τελείως κουτό να μην θέλετε να σωθείτε.»

Έτσι κανοναρχούσαν οι σωτήρες, σφουγγοκωλάριοι κάθε εξουσίας.

Τέλος, κάποιοι «λογικοί», με λογικό καρούμπαλο στο κούτελο, έβγαλαν το συμπέρασμα:

«Δεν έχετε επιχειρήματα. Είστε παθιασμένοι. Τόσο έξαλλοι. Συμπλεγματικοί ακτιβιστές. Δεν κάνετε διάλογο. Διασαλεύετε την τάξη».

Αυτοί ήταν οι υποκριτές του προσχηματικού διαλόγου της «φιλολαϊκής» εξουσίας. «Ο διάλογος, με αυτόν που διαφωνείς, είναι αδύνατος…», μουρμούρισε ΕΚΕΙΝΟΣ, μαζί με τον Παναγιώτη Κονδύλη, και συμπλήρωσε, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη: «Όταν ακούς ”τάξη” ανθρώπινο κρέας μυρίζει».

«Ραγιάδες έχεις, μάνα γη,… των Ευρωπαίων περίγελα…», των Ευρωπέων (δεν είναι ορθογραφικό λάθος)  μούτσους!

Αυτοί, πια, ορίζουν το ποσοστό πείνας  που πρέπει  να αντέχουμε  για να  εξυπηρετήσουμε το δάνειο, που μας ανάγκασαν οι ανίκανοι που μας κυβερνούν, να ζητήσουμε από τους τοκογλύφους-«εταίρους», διακηρύσσοντας πως σώζουν την Πατρίδα.

Αυτοί, πια, μας ορίζουν το ποσοστό του αέρα που μας αναλογεί, για να μπορούμε  μόλις και ν΄ αναπνέουμε, λιμοκτονώντας.

Αυτοί, οι υπαλληλίσκοι της Εσπερίας, ορίζουν το ποσοστό της αξιοπρέπειας που μας επιτρέπουν να διαθέτουμε, όταν μας βρίζουν, ωμά,  τεμπέληδες και αλήτες. 

          Αυτοί, ορίζουν τον ύπατο αρμοστή, τον κηδεμόνα μας, που θα επιβλέπει την αργή βασανιστική πορεία μας προς ένα ανύπαρκτο αύριο.

Ένα αύριο,  που μαζί με τους πατριδέμπορους και τους νταβατζήδες του λαού, προετοίμασαν και σχεδίασαν οι ξενομπάτες και οι ντόπιοι «μικροί ανίκανοι και τυφλοί» κυβερνήτες» μας.

          Το μόνο που επιτρέπουν, οι εταίροι μας, και οι ντόπιοι συνεταίροι τους, είναι η δουλική υποταγή, η ανέχεια, η λιτότητα, ο ανταγωνισμός, ποιος θα πρωτοφάει τον άλλον.

Θεσμούς τους βάφτισαν μετά, τους δεσμούς, τους  τοκογλύφους, που μας κρατούν δεσμώτες.   

Νομοταγή υποτακτικό, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενο (των Ευρωπαίων και των ντόπιων ανικάνων κυβερνητών μας),  θέλουν τον  νεοέλληνα της Ελλάδας της Ευρωζώνης και της «αγίας ζώνης» του Εφραίμ και των αγίων αυτού.

Μας προτρέπουν,  υπήκοντες εις τα εντολάς του αρμοδίου Θεσμου-Δεσμού, να πάψουμε, πια, να ανοηταίνουμε, διεκδικώντας, δουλειά, αξιοπρεπή μισθό,  αξιοπρεπή σύνταξη.

Γιατί η πατρίδα, που οι κακοπάτριδες καταλήστεψαν,  κουρέλιασαν και αναξιοπρεπή, κουρελοντυμένη, την περιφέρουν στους οίκους αξιολόγησης (οίκους ανοχής. κοινώς μπουρδέλα) και στα σαλόνια της ευρωζώνης, η πατρίδα, λένε, δεν αντέχει. 

          Σκυφτούς ραγιάδες, προσκυνημένους στη  γερμανική μπότα, μας θέλουν οι  «διαλεχτοί των κριμάτων». Οι άθλιοι, που έκαψαν, βίασαν, κρέμασαν, λήστεψαν και τώρα απαιτούν προσκύνημα. Καλάβρυτα και Δίστομο, δεν τα ξέχασαν. Τα ξαναστήνουν εκσυγχρονισμένα. 

Το πιο μεγάλο κρίμα να είσαι Έλληνας, για τους χαλασμένους, δήθεν σωτήρες μας.

Φτάσαμε λοιπόν στ’ ανείπωτα!  Αποπαίδια, σκλάβοι στη χώρα τη δική μας! Με τον Γερμανό επιστάτη, έτσι λένε τώρα τον γκαουλάϊτερ, που, θρασύς και χορτασμένος, ο  ξένος τσόγλανος που φέρανε οι δικοί μας γραικύλοι, επικαλούμενοι κούφιο πατριδιλίκι, ζητά:

Περικοπές στο ψωμί των παιδιών μας,  μικρότερους κι από τους πιο μικρούς μισθούς για τον εργάτη.  Ζητά το υστέρημά μας, για να ξεχρεώσουμε κι αν μείνει κάτι, λένε, τότε μπορούμε να φάμε.

           Άνοιξε η κόλαση και ξεβράστηκε όση βρωμιά αιώνιων Ούννων έκρυβε στα σπλάχνα της.

Και σήμερα ζητά συγγνώμη η Κυρία απερχομένη καγκελάριος. «Γίνεται να συγχωρεθείς απολαμβάνοντας το άδικό;» (Οδυσσέας Ελύτης)

Η πληρωμένη γνώμη συμβουλεύει συμμόρφωση και πειθαρχία. Πληρωμένοι μασκαράδες.  Με κούφιες ψυχές και συνειδήσεις.

          Οι νέοι, η φαιά ουσία του μέλλοντος, φεύγουν για  ένα άλλο όνειρο σε χώρα ξένη.  Ξένος στην ξενιτειά και ξένος  στον τόπο σου, το ίδιο κάνει.

Όνειρα χαροκαμένα, από την ανικανότητα λίγων λυκανθρώπων, βουβαίνονται στο πνιχτό κλάμα τα βράδια της απελπισίας του ανύπαρκτου αύριο.

Κι οι αχόρταγοι λαοφάγοι, που όλη η κοπριά του αιώνα κοιλοπονούσε για να τους ξεράσει,  φωνάζουν και λένε πως σώζουν την πατρίδα, ενώ αφανίζουν τον λαό.

Και καμαρώνουν οι σκατωμένοι και φωνάζουν φωναχτά: 

«Δε λερώθκε ο Θοδωρής λερωθήκαν τα σκατά»

(Κ. Βάρναλης).

«Ήρθαν

 ντυμένοι «φίλοι»

 αμέτρητες φορές οι εχθροί μου

 το παμπάλαιο χώμα πατώντας.

Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

τους νόμους τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα,

στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας

Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.

(Οδυσσέας  Ελύτης»

Οι ρινόκεροι, πια, είχαν καταλάβει την Ξενοχώρα. Είχε μείνει μόνος, ΕΚΕΙΝΟΣ,  ο Άνθρωπος. Ο Μόνος Άνθρωπος.

«Και μέχρι να ‘ρθει το τέλος θα παραμείνω Άνθρωπος. Δεν θα γίνω σαν κι εσάς. Αγαμοιθύται»

Κι’ ακούστηκε το βροντερό μήνυμα από τα βάθη των αιώνων, με τη φωνή του Αισχύλου:

«Κάθε πια φυλακή από τις γλώσσες

των ανθρώπων θα λείψει

κι ο λαός, μια που βγήκε της βίας ο ζυγός

κι απολύθηκε, ελεύτερο στόμα θ᾽ ανοίξει»

(Αισχύλου «Πέρσαι: 591-594. Μετάφραση Ι. Ν. Γρυπάρης)


Zougla.gr