ΠΕΡΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΡΕΠΟΡΤΕΡ… (ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ!)

Περί αστυνομικών ρεπόρτερ
Μία και μόνη φορά ασχολήθηκα, μ’ αυτό που λένε αστυνομικό ρεπορτάζ, στην δημοσιογραφική μου καριέρα.

Ήταν στα τέλη του 1988, όπου είχα ξεκινήσει την συνεργασία μου με τα ΝΕΑ και ήμουνα υποχρεωμένος, δύο βράδια την βδομάδα, να κάθομαι «βάρδια», παρακολουθώντας το «σκάνερ» των μπάτσων, μπας και σκάσει κάτι… έκτακτο.

Εκείνο το βράδυ, γύρω στα μεσάνυχτα, πίνοντας τα ουϊσκάκια μου με τον Νίκο τον Μπάτση κα ακούγοντας το σκάνερ, πεταχθήκαμε όρθιοι όταν ακούσαμε για δολοφονία 12χρονου κοριτσιού κάπου στα Τουρκοβούνια.

Μπήκαμε στο αμάξι του Μπάτση, εγώ κι’ ένας φωτορεπόρτερ της εφημερίδας και βούρ για τα Τουρκοβούνια.

Φθάσαμε στο «σημείο» που έλεγε και ο Σόμπολος και βρήκαμε εκεί όλους τους ενασχολούμενους με το αστυνομικό ρεπορτάζ και της Νικολούλη συμπεριλαμβανομένης.
Η πόρτα της αυλής ανοικτή, η μυρωδιά του θανάτου διάχυτη και άκρα του τάφου σιωπή.

Ανεβήκαμε με τον Μπάτση και τον φωτορεπόρτερ στο δωμάτιο που είχε δολοφονηθεί η μικρή. Το πτώμα είχε ήδη φύγει.

…και βρήκα την Νικολούλη να βγάζει από τα κάδρα φωτογραφίες του κοριτσιού και να τις χώνει στην τσάντα της.

Την σκυλόβρισα και κατέβηκα κάτω, λέγοντας στο Μπάτση, ότι Νίκο δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ, θα περιμένω έξω.

Την ώρα που καθόμουνα στην είσοδο της αυλής στο σκοτάδι, είδα να περνάει δίπλα μου ένα εξάχρονο αγόρι, τρομοκρατημένο, συνοδευόμενο από μια γυναίκα.

«Δεν τόθελα θεία» μονολογούσε, το πιστόλι εκπυσοκρότησε μόνο του.

Αν ήτανε εκεί η Νικολούλη, θα είχε αρπάξει το παιδί από το λαιμό και θα το είχε αναγκάσει να ομολογήσει.

Κατεβαίνοντας ο Μπάτσης μου είπε:

Νίκο έλα, πρέπει να πάμε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής να μας κάνει μια ενημέρωση ο διοικητής.

Ολη η κουστωδία των αστυνομικών ρεπόρτερ μπούκαρε στο γραφείο του διευθυντή του τμήματος, όπου σε λίγο έσκασε μύτη ένας χαμογελαστός ψηλός λεβέκουρας, πού φόραγε (το θυμάμαι σαν τώρα) ένα μπορντώ γιλέκο και είχε ανασηκωμένα τα μανίκια του πουκαμίσου του.

Τι μαζευτήκατε εδώ ρε, είπε χασκογελώντας.

Το παιδί βρήκε το πιστόλι του θείου του, έπαιζε με την ξαδέλφη του, αυτό εκπυσοκρότησε και άθελα του την σκότωσε.

Τα μαλακισμένα του αστυνομικού ρεπορτάζ γράφανε ικανοποιημένα στα σημειωματάρια τους.

Καλά του λέω κύριε διοικητά

Ο θείος του μικρού που είναι μπάτσος, είχε αφήσει το πιστόλι του γεμάτο, ενώ ήταν εκτός υπηρεσίας, σε κοινή θέα?

Δεν ήταν γεμάτο, μου λέει αυστηρά ο λεβέκουρας, μια σφαίρα είχε μόνον

Από κοντά του τα μαλακισμένα του αστυνομικού ρεπορτάζ, έσπευσαν να κάνουν αβάντα.

Μην τον παρεξηγείτε κύριε διοικητά, δεν ξέρει, δεν είναι αστυνομικός ρεπόρτερ.

Για την ιστορία να πώ ότι αυτός ο διοικητής λεγόταν Νηστικάκης και τον ξαναβρήκα μπροστά μου, ως επικεφαλή ασφαλείας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Γυρίσαμε στα ΝΕΑ κι’ έκατσα κι’ έγραψα το ρεπορτάζ μου, ότι ο θάνατος της μικρής οφείλονταν στην εγκληματική αμέλεια του θείου της του μπάτσου, που είχε αφήσει το πιστόλι του γεμάτο και σε κοινή θέα, μέσα στο σπίτι.

Ο τότε αρχισυντάκτης μου, ο Ηρακλής ο Τζάθας, μια μεγάλη μορφή της δημοσιογραφίας, το διάβασε προσεκτικά, μου είπε σ’ ευχαριστώ Νίκο και με ύφος περίεργο μου είπε:

-Θα βάλλω το δικό σου το ρεπορτάζ και όχι αυτό που μου στείλανε οι αστυνομικοί συντάκτες των ΝΕΩΝ Μαθιουδάκης-Μαθιόπουλος, με το οποίο υιοθετούν πλήρως τις απόψεις Νηστικάκη.

Εφυγα και πήγα σπίτι για ύπνο.

Την επόμενη μέρα, δεν μπόρεσα να μην βουρκώσω, βλέποντας το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας των ΝΕΩΝ, όπου φιγουράριζε το δικό μου ρεπορτάζ με μια φωτογραφία της μικρής.

Οι «νονοί» του αστυνομικού ρεπορτάζ Μαθιουδάκης-Μαθιόπουλος, που απαγόρευσαν τηλεφωνικά να ξαναασχοληθώ με το αστυνομικό ρεπορτάζ γιατί, είπαν, χαλάω την πιάτσα.

Κι’ εγώ έκτοτε ησύχασα απ’ αυτή την «πιάτσα»…

Nikos Rouspis